Κοιτάζει η γριά τη σκορπίνα
Κοιτάζει η σκορπίνα τη γριά
Κοιτάζει η γριά τη σκορπίνα
Κοιτάζει η σκορπίνα τη γριά
“άσχημο ψάρι” λέει και της κόβει το κεφάλι
Ήταν καλή γυναίκα αλλά δεν της άρεσαν οι σκορπίνες
Όταν ήταν μικρή της είχε κάτσει ένα αγκάθι στο λαιμό κι από τότε ούτε που να τις δει
Και τι καινούργια ήταν αυτά; γιορτές το καταχείμωνο; και πως θ'ανέβει ο κόσμος εδώ πάνω; κι αν ο Θεός θέλει γιορτές γιατί δεν κάνει ένα καλό καιρό;
Με το που τελείωσε αυτή τη σκέψη απάντησε ο Θεός μεσ'το κεφάλι της και της είπε:
“Δεν ξέρουμε βλέπω τι λέμε. Η βαρυχειμωνιά γίνεται για καλό και για την ευφορία της γης και για την υγεία ακόμη. Ανάγκη ο Θεός δεν έχει να έρθουν να τον λειτουργήσουν. Μα όπου έχει κανείς χρέος να πληρώσει ας είναι και τόλμη ακόμη. Και όπου πρόκειται να βοηθήσει κανείς ανθρώπους καθώς τώρα εκεί ο Θεός έρχεται βοηθός και εναντίον του καιρού και με θαύμα ακόμη”
Αυτά είπε ο Θεός και σώπασε.
“Άηντε να δούμε” πίστηκε η γριά
και έπιασε να ξελεπιάζει το ψάρι
έβγαλε τα εντόσθια
και γέμισε την κοιλιά με αλάτι
Μετά τα βαλε στην χύτρα με σαγρούς ροφάκια και μία δράκαινα
Όταν έβρασε κι έγινε η σουπίτσα
άρχισαν να φτάνουν μπλαβιασμένοι κι οι άλλοι
με τις χύτρες γεμάτες
και με μία υδρία γεμάτη θάλασσα να την πάρουνε να την
[σ'αυτό το σημείο έχει χαθεί η συνέχεια της ιστορίας]
Subscribe to:
Post Comments (Atom)
poly kalo moy aresei para poy!bravo!
ReplyDelete